search.noResults

search.searching

note.createNoteMessage

search.noResults

search.searching

orderForm.title

orderForm.productCode
orderForm.description
orderForm.quantity
orderForm.itemPrice
orderForm.price
orderForm.totalPrice
orderForm.deliveryDetails.billingAddress
orderForm.deliveryDetails.deliveryAddress
orderForm.noItems
κάποια κεφάλια από τα πίσω καθίσματα του σινεμά στρέφονταν να κοιτάξουν ψηλά, ακούγοντας μαχαιροπίρουνα και ποτήρια να κουδουνίζουν, αλλά συχνά και τα ξεφωνητά της ενθουσιώδους παρέας.


Άλλες βραδιές, με λιγότερη προετοιμασία από το ‘μαγειρείο’, η βεράντα γέμιζε με φλούδια από πασατέμπο. Τόσο που τα βήματα πνίγονταν ώς το τέλος της ταινίας κι άκουγες μοναχά ένα θρόισμα, λες κι είχες βρεθεί φθινόπωρο στο δάσος.


Τις καθημερινές η επιλογή των ταινιών ήταν λιγότερο αυστηρή, και με λιγότερο «εμπορικό» προσανατολισμό. Μπόλικο ‘Bolly…wood’, (που τότε βέβαια δεν είχε πάρει ακόμα την ονομασία), Ναργκίς και ‘Γη ποτισμένη με ιδρώτα’, αλλά και Μασίστες και Ζορό και μυθολογικές σαπουνόπερες, και δε συμμαζεύεται.


Κι άλλοτε ήταν τα ‘ακατάλληλα δι’ ανηλίκους’: τότε τα ρολά στο παιδικό δωμάτιο, πίσω ακριβώς από το μπαλκονάκι, έκλειναν ερμητικά, μια δυο γρίλιες απέμεναν μισόκλειστες (πετσικαρισμένες) ψηλά, ίσα που τις φτάναμε σκαρφαλωμένοι στην καρέκλα, γιατί τα ρολά έτριζαν διαολεμένα έτσι κι έκανες να τ’ ανεβάσεις. ‘Νόμος 4000’, ‘Η Στεφανία στο αναμορφωτήριο’, ‘Λόλα’· τότε το μάτι δεν είχε μπουχτίσει ακόμα κι όλα ήταν μαγικά – απαγορευμένα και μαγικά.


Στο ισόγειο του πατρικού σπιτιού (στην παραδοσιακή αυλίτσα με το μαρμάρινο τραπέζι στη μέση), ήταν στημένο το δεύτερο ‘θεωρείο’ για τους παππούδες. Σε μια σιδερένια γερή κατασκευή που έζωνε τον τοίχο στήνονταν σκαμνάκια και καθισμένοι σ’ αυτά, τεντώνοντας το λαιμό, έβλεπαν οι λίγοι εκλεκτοί. Υπήρχε βέβαια και ο «δούρειος ίππος» του παππού, μια ξύλινη σκάλα, σαν θεόρατο καρεκλάκι μωρού, που ο παππούς, άξιος ξυλουργός, είχε σκαρώσει και που σαφώς αποτελούσε, μακράν, τη VIP θέση του ισογείου.


Ώσπου το ‘Περουζέ’ έκλεισε. Ή μάλλον δεν ξανάνοιξε. Οι καρέκλες μαζεύτηκαν, η οθόνη άρχισε να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει. Το χαλίκι έδωσε τη θέση του σιγά σιγά σε αγριόχορτα.


Κι ύστερα ήρθαν οι γερανοί και πάρκαραν εκεί, κι έπειτα έφυγαν κι αυτοί και τα χορτάρια θέριεψαν, κι ύστερα ήρθαν οι μεσίτες κι όλα τέλειωσαν κάπου εκεί…


Κι όπως ήταν φυσικό, αραίωσαν κι οι παρέες στο μπαλκόνι. Και κατά το σχόλιο του συχωρεμένου του πατέρα μου: ‘Τώρα καταλάβαμε ποιοι ήταν οι πραγματικοί μας φίλοι και ποιοι απλώς… τζαμπατζήδες’!


Τυχεροί όσοι τα ζήσαμε, έχουμε κάτι να θυμόμαστε, που λέει και το τραγούδι.


Page 1  |  Page 2  |  Page 3  |  Page 4  |  Page 5  |  Page 6  |  Page 7  |  Page 8  |  Page 9  |  Page 10  |  Page 11  |  Page 12  |  Page 13  |  Page 14  |  Page 15  |  Page 16  |  Page 17  |  Page 18  |  Page 19  |  Page 20  |  Page 21  |  Page 22  |  Page 23  |  Page 24  |  Page 25  |  Page 26  |  Page 27