This page contains a Flash digital edition of a book.
ὀδόντων; Ποια λόγια σού ξέφυγαν από το στόμα; 8) φεύγω (ποιητ.) + γεν. προσώπου ή πράγματος: ξεφεύγω από κάποιον ή από κάτι.


φημί = λέγω, ισχυρίζομαι, εκθέτω τις σκέψεις μου, διαβεβαιώνω, διακηρύσσω, συμφω- νώ, νομίζω, πιστεύω, φανερώνω, εκθέτω, βεβαιώνω. 1) φημί +ειδικό απρμφ.: λέγω, πστεύω, ισχυρίζομαι, διαβεβαιώνω ότι. 2) φημί +ειδική πρότ. (σπανίως): λέγω, ισχυρίζομαι ότι. 3) φημί + εμπρόθ. προσδ. (κατά τινος, πρός τινα): λέγω εναντίον κάποιου. 4) φημί + αιτ. (ή σύστοιχη αιτ.) + αιτ. της αναφοράς: λέγω κάτι για κάποιον ή για κάτι. 5) φημί + επρόθ. προσδ. του εναντίον (κατά τινος, πρός τινα) + ειδικό απρμφ.: λέγω εναντίον κάποιου ότι. 6) φημί (μτγν.) + δοτ. προσώπου: λέγω σε κάποιον. 7) φημί + δοτ. προσώπου + τελικό απρμφ.: διατάζω κάποιον να. 8) φημί (αμτβ.): λέγω, ισχυρίζομαι. 9) (παρενθετικά) κυρίως το ἔφη: είπε.


φθάνω (το -α- βραχύχρονο)= φθάνω πρώτος, προλαβαίνω, προφταίνω, κάνω κάτι πρώτος, έρχομαι πρώτος. 1) φθάνω (απολύτως) + αιτ. προσώπου: προφταίνω κάποιον, έρχομαι πρώτος, προλαβαίνω κάποιον. 2) φθάνω + αιτ. προσώπου: προλαβαίνω κάποιον, προφταίνω κάποιον, ενεργώ πρωτύτερα από κάποιον. 3) φθάνω + αιτ. πράγματος: προλαβαίνω κάτι, προφταίνω κάτι, πράττω πρώτος κάτι· π.χ. ἔφθησαν τόν χειμῶνα: πρόλαβαν τη θύελλα. 4) φθάνω + τελικό απρμφ.: προφταίνω να, προλαβαίνω να. 5) φθάνω + εμπρόθ. προσδ. (ἔκ τινος, παρά τινος, ἀπό τινος, πρός τινα, πρός τι, εἴς τινα): έρχομαι πρώτος, φθάνω από κάποιον, σε κάποιον, σε κάποιο μέρος· π. χ. φθάνοι εἰς Ἀθήνας: έρχομαι στην Αθήνα. 6) φθάνω + επίρρ.: φτάνω + επιρρ. σχέση (χρόνου, τρόπου, τόπου κ.λπ.). 7) φθάνω + κατηγορηματική μτχ. (με επιρρηματική σημασία), που αναφέρεται στο υποκ. Στη μετάφραση είναι δυνατόν το φθάνω να αποδοθεί ως επίρρ. (γρήγορα) και η κατηγορηματική μτχ. ως ρήμα· π. χ. φθάνω λέγων: 1. προφταίνω και λέω, 2. γρήγορα λέω, λέω πρώτος, λέω πριν. 8) φθάνω + τελικό απρμφ.: προφταίνω να. Ειδικές περιπτώσεις του φθάνω με κατηγορηματική μτχ. 1) oὐ φθάνω + κατηγορηματική μτχ. + καί (ή εὐθύς): μόλις + μτχ. ως ρήμα (πριν καλά καλά + μτχ. ως ρήμα: το καί παραλείπεται στη μετάφραση)· π. χ. Λακεδαιμόνιοι οὐκ ἔφθησαν πυθόμενοι τήν ἀπόβασιν καί εὐθύς ἐβοήθουν: οι Λακεδαιμόνιοι μόλις πληροφορήθηκαν την απόβαση έσπευσαν αμέσωςσε βοήθεια (πριν καλά καλά πληροφορηθούν την απόβαση, έσπευσαν σε βοήθεια). 2) άρνηση + α’ πρόσωπο δυνητικής Ευκτ. του φθάνω + κατηγορηματική μτχ.: αμέσως, γρήγορα + Ορ. Μέλ.· π.χ. οὐκ ἄν φθάνοιμι λέγων: αμέσως θα πω. 3) επί ισχυρής προτροπής ή προσταγής (εκφράζεται ανυπομονησία): άρνηση + β’


75 Επιμέλεια Ευστάθιος Φανιάδης


Page 1  |  Page 2  |  Page 3  |  Page 4  |  Page 5  |  Page 6  |  Page 7  |  Page 8  |  Page 9  |  Page 10  |  Page 11  |  Page 12  |  Page 13  |  Page 14  |  Page 15  |  Page 16  |  Page 17  |  Page 18  |  Page 19  |  Page 20  |  Page 21  |  Page 22  |  Page 23  |  Page 24  |  Page 25  |  Page 26  |  Page 27  |  Page 28  |  Page 29  |  Page 30  |  Page 31  |  Page 32  |  Page 33  |  Page 34  |  Page 35  |  Page 36  |  Page 37  |  Page 38  |  Page 39  |  Page 40  |  Page 41  |  Page 42  |  Page 43  |  Page 44  |  Page 45  |  Page 46  |  Page 47  |  Page 48  |  Page 49  |  Page 50  |  Page 51  |  Page 52  |  Page 53  |  Page 54  |  Page 55  |  Page 56  |  Page 57  |  Page 58  |  Page 59  |  Page 60  |  Page 61  |  Page 62  |  Page 63  |  Page 64  |  Page 65  |  Page 66  |  Page 67  |  Page 68  |  Page 69  |  Page 70  |  Page 71  |  Page 72  |  Page 73  |  Page 74  |  Page 75  |  Page 76  |  Page 77  |  Page 78  |  Page 79  |  Page 80  |  Page 81  |  Page 82